Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

VAT paid


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο paid παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: VAT
Σε αυτή τη σελίδα: paid, pay

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
paid adj (for which payment has been made)πληρωμένος, εξοφλημένος μτχ πρκ
  (επίσημο)εξοφληθείς μτχ αορ
 Margaret asked for a copy of the paid bill.
 Η Μάργκαρετ ζήτησε ένα αντίγραφο του πληρωμένου λογαριασμού.
paid adj (for which payment must be made)επί πληρωμή φρ ως επίθ
  (επίσημο)πληρωτέος, εξοφλητέος επίθ
 You can watch movies on demand, but it's a paid service.
 Μπορείς να δεις ταινίες κατά παραγγελία, αλλά πρόκειτα για επί πληρωμή μια υπηρεσία.
paid adj (work: remunerated)αμειβόμενος μτχ ενεστ
  επ' αμοιβή, επί πληρωμή φρ ως επίθ
  (σταθερή αμοιβή)μισθωτός επίθ
 Paid work isn't easy to find these days.
 Δεν είναι εύκολο να βρει κανείς αμειβόμενη απασχόληση αυτές τις μέρες.
paid adj (worker: remunerated)αμειβόμενος μτχ ενεστ
  (σταθερή αμοιβή)μισθωτός επίθ
 This charity is recruiting paid and unpaid volunteers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
paid adj (who pays for [sth])που πληρώνει περίφρ
 This channel has over a million paid subscribers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pay vi (make a payment)πληρώνω ρ αμ
 I have no money. Can you pay?
 Δεν έχω λεφτά. Μπορείς να πληρώσεις;
pay for [sth] vi + prep (give money in exchange) (κάτι ή για κάτι)πληρώνω ρ αμ
 He paid for his dinner when the bill came.
 Πλήρωσε για το δείπνο του, όταν έφτασε ο λογαριασμός.
pay [sb] [sth] vtr (offer money to) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μ
  (κάποιον κάτι)πληρώνω ρ μ
 I'll pay you five dollars if you tell me where he went.
 Θα σου δώσω πέντε δολάρια αν μου πεις που πήγαν.
 Θα σε πληρώσω πέντε δολάρια αν μου πεις που πήγαν.
pay [sth] vtr (settle)εξοφλώ, αποπληρώνω ρ μ
  (καθομιλουμένη)ξεπληρώνω ρ μ
 I would like to pay my account now.
 Θα ήθελα να αποπληρώσω τον λογαριασμό μου τώρα.
pay [sth] for [sth] vtr + prep (give money for) (για κάτι ή κάτι)πληρώνω ρ μ
 What a nice dress! How much did you pay for it?
 Τι ωραίο φόρεμα! Πόσο το πλήρωσες;
pay [sb] [sth] for [sth] vtr + prep (give money in exchange) (κάτι σε κάποιον για κάτι)δίνω ρ μ
 I'll pay you ten dollars for that shirt.
 Θα σου δώσω δέκα δολάρια για αυτό το μπλουζάκι.
pay [sb] to do [sth] v expr (offer money to do [sth](κπ για να κάνει κτ)πληρώνω ρ μ
 They paid him to redecorate their house.
 Τον πλήρωσαν για να αλλάξει τη διακόσμηση στο σπίτι τους.
pay [sb] [sth] to do [sth] v expr (give money in exchange) (κτ σε κπ για να κάνει κτ)δίνω ρ μ
  πληρώνω ρ μ
 My dad paid me five pounds to clean his car.
 Ο μπαμπάς μού έδωσε πέντε δολάρια, για να πλύνω το αυτοκίνητο.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Θα πληρώσω έναν υδραυλικό, για να φτιάξει τη βρύση.
pay [sth] (to [sb]) vtr (respects, tribute: show) (τα σέβη μου σε κάποιον)υποβάλλω ρ μ
 He paid his respects to the king.
 Υπέβαλε τα σέβη του στο βασιλιά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pay n (wages, salary)μισθός ουσ αρσ
  αμοιβή, πληρωμή ουσ θηλ
 The pay at this company is pretty good.
pay n informal (payroll)πληρωμές ουσ θηλ πλ
  μισθοδοσία ουσ θηλ
 Linda is the secretary and Betty works on invoices and pay.
pay,
paying
n as adj
US (not free of charge)επί πληρωμή έκφρ
 While most web sites are free, there are some pay sites.
pay to do [sth] v expr figurative (be beneficial) (καθομιλουμένη)βγαίνει σε καλό έκφρ
 It usually pays to be nice to people.
 Συνήθως βγαίνει σε καλό να είσαι ευγενικός με τους άλλους.
pay vi (offer as salary)πληρώνω ρ αμ
  πληρώνω ρ μ
  προσφέρω μισθό, δίνω μισθό περίφρ
  (καθομιλουμένη)δίνω ρ μ
 It sounds like a good job, but what do they pay?
 Ακούγεται καλή δουλειά, αλλά πόσα πληρώνουν;
 Ακούγεται καλή δουλειά, αλλά τι μισθό δίνουν;
 Ακούγεται καλή δουλειά, αλλά πόσα δίνουν;
pay vi figurative (be beneficial)ωφελώ ρ μ
  βγαίνω σε καλό έκφρ
 It just goes to show—sometimes being nice to people pays.
pay vi figurative (suffer consequences) (μεταφορικά)το πληρώνω έκφρ
  πληρώνω ρ μ
 Don't do it! You are going to pay if you do!
 Μην το κάνεις! Θα το πληρώσεις αν το κάνεις!
pay for [sth] vi + prep figurative, informal (suffer consequences) (μεταφορικά: για κάτι)πληρώνω ρ μ
  το πληρώνω έκφρ
  (σε κάποιον)το πληρώνω έκφρ
 You'll pay for what you did to me - I'll make sure of that!
 Θα πληρώσεις για αυτό που μου έκανες. Θα το φροντίσω εγώ!
 Θα το πληρώσεις αυτό που μου έκανες. Θα το φροντίσω εγώ!
 Θα μου το πληρώσεις αυτό που μου έκανες. Θα το φροντίσω εγώ!
pay [sth] vtr nautical (let ship fall to leeward) (ναυσιπλοΐα: σχοινί)αμολάω ρ μ
  κατευθύνω πλοίο αντίθετα από τη διεύθυνση του ανέμου περίφρ
pay [sth] vtr nautical (tar ship's bottom) (εξωτερικό πλοίου)αλείφω κτ με πίσσα περίφρ
  πισσώνω ρ μ
pay [sth] vtr (yield as a return)αποδίδω ρ μ
  αποφέρω κέρδος περίφρ
  (καθομιλουμένη)πληρώνω ρ μ
 The stock paid six percent last year.
pay [sth] vtr (taxes: contribute)πληρώνω ρ μ
 As someone who pays her taxes, I like to have a say in what the council does with my money.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
pay | paid
ΑγγλικάΕλληνικά
pay [sth] back vtr phrasal sep (return money)ξεπληρώνω ρ μ
 I can't afford to pay back the fifty pounds he lent me.
 Δεν έχω την οικονομική άνεση να του ξεπληρώσω τις πενήντα λίρες που μου δάνεισε.
pay [sb] back vtr phrasal sep (return money to)εξοφλώ, ξεπληρώνω ρ μ
 I will pay you back the £5 tomorrow.
 Θα σου ξεπληρώσω τις 5 λίρες αύριο.
pay [sb] back vtr phrasal sep figurative, informal (take revenge on) (μεταφορικά)ανταποδίδω, ξεπληρώνω ρ μ
 After John embarrassed Susan, she paid him back by playing a joke on him.
 Αφού ντρόπιασε τη Σούζαν ο Τζον, εκείνη του το ανταπέδωσε κάνοντάς του μια φάρσα.
pay [sb] back for [sth] vtr phrasal sep figurative, informal (take revenge for [sth](κάποιον για κάτι)εκδικούμαι ρ μ
  (μεταφορικά)ξεπληρώνω ρ μ
  κάνω κπ να πληρώσει για κτ περίφρ
 How shall I pay him back for that dirty trick he played on me?
 Πως να τον εκδικηθώ για το κακόγουστο αστείο που μου έκανε;
pay [sb] back for doing [sth] vtr phrasal sep figurative, informal (take revenge for [sth](κάποιον επειδή έκανε κάτι)εκδικούμαι ρ μ
  (που έκανε κάτι)κάνω κπ να πληρώσει περίφρ
 I still haven't paid you back for humiliating me in front of all my friends.
 Ακόμα δεν σε έχω εκδικηθεί που με ταπείνωσες μπροστά σε όλους μου τους φίλους.
pay [sth] down vtr phrasal sep (make a down payment)πληρώνω προκαταβολή έκφρ
pay down [sth],
pay [sth] down
vtr phrasal sep
mainly US (partly pay off, pay back: debt)ξεπληρώνω οφειλή με σκοπό μείωσή της περίφρ
pay in [sth],
pay [sth] in
vtr phrasal sep
(money: put into a bank)καταθέτω ρ μ
 I went to the bank and paid in a cheque.
pay [sth] in full vtr phrasal sep (pay completely)εξοφλώ ρ μ
  πληρώνω όλο το ποσό έκφρ
 I was happy to pay the invoice in full and be free of debt.
pay [sth] off,
pay off [sth]
vtr phrasal sep
(pay all of: money owed)εξοφλώ ρ μ
  ξεπληρώνω ρ μ
 I've nearly paid off my mortgage.
 The collection company kept calling me for weeks until I finally paid off my debt.
 Έχω σχεδόν εξοφλήσει το δάνειο του σπιτιού. // Η εισπρακτική εταιρεία συνέχισε να με καλεί για βδομάδες μέχρι που εξόφλησα το χρέος μου.
pay [sb] off,
pay off [sb]
vtr phrasal sep
informal (bribe: [sb])δωροδοκώ, εξαγοράζω ρ μ
  (αργκό)λαδώνω ρ μ
 The businesswoman wanted Leo to stay quiet about her fraudulent practices, so she paid him off.
pay off vi phrasal informal (have good consequences)αποδίδω ρ μ
  (μεταφορικά)βγαίνω σε καλό έκφρ
 Hard work and careful planning always pay off.
 Η σκληρή δουλειά και ο προσεκτικός σχεδιασμός πάντα βγαίνουν σε καλό.
pay out vi phrasal (yield a financial reward)αποφέρω κέρδος ρ μ + ουσ ουδ
 It will take five years for your investment to pay out.
pay out [sth] vtr phrasal insep (yield a sum of money)πληρώνω ρ μ
 This slot machine will pay out a fortune if you hit the jackpot.
 My pension fund will pay out enough to live on.
 Αυτός ο κουλοχέρης πληρώνει μια περιουσία εάν πετύχεις τζάκποτ. // Το συνταξιοδοτικό ταμείο μου θα πληρώνει αρκετά για να τα βγάζω πέρα.
pay out [sth] vtr phrasal insep (spend: a sum of money)πληρώνω ρ μ
  (χρήματα)δίνω ρ μ
 I paid out a lot of money for this expensive computer.
 Έδωσα πολλά χρήματα για αυτό τον ακριβό υπολογιστή.
pay up vi phrasal informal (pay an amount owed)εξοφλώ, ξεπληρώνω ρ μ
 You've owed me that money for over a month. It's time to pay up.
 Μου χρωστάς αυτά τα χρήματα εδώ και πάνω από έναν μήνα. Ήρθε η ώρα να με ξεπληρώσεις (or: εξοφλήσεις).
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
paid | pay
ΑγγλικάΕλληνικά
all-expenses-paid adj (everything is free)με όλα πληρωμένα, με όλα τα έξοδα πληρωμένα περίφρ
 Geoff won an all-expenses-paid trip to Hawaii! Lucky guy!
 Ο Τζέοφ κέρδισε ένα ταξίδι στη Χαβάη με όλα τα έξοδα πληρωμένα! Τυχεράκιας!
get paid vi informal (receive payment)πληρώνομαι ρ αμ
 Do you get paid weekly or monthly? I get paid every month in cash.
 Πληρώνεσαι κάθε εβδομάδα ή κάθε μήνα; Πληρώνομαι κάθε μήνα σε μετρητά.
low-paid,
low paid
adj
(job: poorly remunerated) (καθομιλουμένη)κακοπληρωμένος μτχ πρκ
  χαμηλόμισθος επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 Teaching is a low-paid job in Argentina.
low-paid,
low paid
adj
(worker: earning little) (καθομιλουμένη)κακοπληρωμένος μτχ πρκ
  χαμηλόμισθος επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 Low-paid workers sometimes take on second jobs just to pay their day-to-day living expenses.
paid in full adj (completely paid or repaid)πληρωμένος, εξοφλημένος επίθ
paid leave n (being paid while absent)άδεια μετ' αποδοχών φρ ως ουσ θηλ
paid vacation (US),
paid holiday (UK)
n
uncountable (time off work with full pay)άδεια μετ' αποδοχών φρ ως ουσ θηλ
 Since I have two weeks of paid vacation, I can take that time off while still receiving an income.
 This year I'm entitled to three weeks' paid holiday.
paid-in adj (dues, etc.: having paid)πληρωμένος επίθ
paid-up adj (who has paid fees)που πληρώνει περίφρ
  επί πληρωμή περίφρ
 George is a paid-up member of the club.
postage paid,
postage-paid
adj
(stamped ready for mailing)με προπληρωμένα ταχυδρομικά τέλη περίφρ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, επιρρηματικός προσδιορισμός
 Please include a postage paid envelope with your application.
 You can claim your rebate simply by returning your receipt in the postage-paid envelope.
 Παρακαλούμε να συμπεριλάβετε ένα φάκελο με προπληρωμένα ταχυδρομικά τέλη μαζί με την αίτησή σας. // Μπορείτε να διεκδικήσετε την έκπτωση απλά επιστρέφοντας την απόδειξή σας στο φάκελο με προπληρωμένα ταχυδρομικά τέλη.
put paid to [sth] v expr informal (cause to end abruptly)βάζω τέλος σε κάτι έκφρ
 The heavy rain put paid to Jan's idea of having a picnic in the park.
well paid,
well-paid
adj
(person: earning high salary)καλοπληρωμένος μτχ πρκ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 The well-paid banker has a big house and a nice car.
well paid,
well-paid
adj
(work: earning high salary)καλοπληρωμένος μτχ πρκ
  που πληρώνει καλά περίφρ
 Finding well-paid work can be difficult if you don't have the right qualifications.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση VAT paid στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «VAT paid».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!